αλήθεια, ειλικρίνεια, επικοινωνία, εμπιστοσύνη, επαφή

Γιατί να λέμε την αλήθεια στα παιδιά μας;

Με αφορμή το προηγούμενο άρθρο, μου ήρθε στο μυαλό κάτι θεμελιώδες για τη θετική γονεϊκότητα. Και ίσως να είναι κάτι θεμελιώδες για οποιαδήποτε σχέση θέλουμε να χτίσουμε με τις αρχές του σεβασμού και της ισότητας. Είναι η έννοια της αλήθειας. Αλήθεια, γιατί να λέμε την αλήθεια στα παιδιά μας; Ας ξεκινήσουμε από αυτό το ερώτημα αντιστρέφοντάς το.

Γιατί να λέμε ψέματα στα παιδιά μας;

Κάποιες πιθανές απαντήσεις που δίνω εγώ είναι ότι ίσως φοβόμαστε το πως θα διαχειριστεί το παιδί μας την αλήθεια, όταν αυτή δεν είναι ευχάριστη. Φοβόμαστε ενδεχομένως ότι το αίσθημα ματαίωσης που μπορεί να βιώσει, αν παραδείγματος χάριν απαγορεύσουμε στο παιδί να κάνει κάτι που επιθυμεί, μπορεί να οδηγήσει σε μία έκρηξη θυμού που δεν ξέρουμε πως να τη διαχειριστούμε.

Πιθανόν να έχουμε μεγαλώσει με αντίστοιχο τρόπο, και να θεωρούμε ότι δεν είναι και τόσο κακό να λέμε μερικά μικρά ψεματάκια εφόσον πρόκειται για παιδιά. Μήπως με αυτό τον τρόπο νομίζουμε ότι προστατεύουμε τα παιδιά μας; Όπως και να έχει, δεν πρόκειται για αυθεντική προστασία, μιας και τα ψέματα, όσο μικρά κι αν είναι, υπονομεύουν κάθε σχέση, ακόμα και τη σχέση με τα παιδιά μας.

Τι συμβαίνει όταν λέμε ψέματα;

Όταν δε λέμε την αλήθεια στα παιδιά μας είναι σαν να δυσκολευόμαστε να τους δείξουμε εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη για το πως θα διαχειριστούν αυτό που τους λέμε, ή εμπιστοσύνη ότι δεν μπορούμε να τους επιτρέψουμε κάτι γιατί δεν πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουν. Όπως και να έχει, το ψέμα είναι κάτι που το αντιλαμβάνονται τα παιδιά. Όχι σαν ηθελημένο και συνειδητό ψέμα, δεν ξέρουν τι είναι αυτό. Αντιλαμβάνονται όμως την έλλειψη εμπιστοσύνης, και πολλές φορές αισθάνονται  ότι δεν τα θεωρούμε αρκετά ικανά για να κατανοήσουν το ψέμα.

Και αυτό- ας είμαστε ειλικρινείς- είναι ένα μικρό ρήγμα στην αξιοπρέπειά τους. Όπως και νά’ χει, με το ψέμα, αυτό που υπονομεύουμε είναι την αυθεντική σχέση μας με το παιδί μας. Η αλήθεια είναι κάτι που δουλεύουμε σε όλες στις ενήλικες σχέσεις, ακόμα και στη σχέση με τον εαυτό μας, οπότε γιατί να μην τη δουλέψουμε και στη σχέση με τα παιδιά μας;

Μία βασική κατηγορία, σχετική με το μύθο του Άι Βασίλη που συζητήσαμε στο προηγούμενο άρθρο, είναι τα μικρά, λευκά ψεματάκια. Υπάρχουν, λοιπόν, κάποια μικρά ψεματάκια που λέμε, σχετικά με διάφορα καθημερινά “πρέπει”. Ας πούμε: “Πρέπει να είσαι καλό παιδί για να μη στεναχωρείς τη μανούλα” ή  “Πρέπει να τρως όλο σου το φαγητό για να μεγαλώσεις”. Αναρωτιέμαι αν αυτές οι απαντήσεις που δίνουμε είναι πέρα για πέρα ειλικρινείς.

Υπάρχουν ακόμα κάποιες παρορμητικές επιθυμίες των παιδιών που προσπαθούμε στην καθημερινότητά μας να τιθασεύσουμε όπως: “Θέλω να περπατήσω στη μέση του δρόμου που κυκλοφορούν αυτοκίνητα”, “Θέλω να χοροπηδήσω πάνω στον καναπέ”, “ Θέλω να ανέβω πάνω στο τραπέζι” ή “Θέλω να πάρω το παιχνίδι που κρατάει στα χέρια του το άλλο παιδάκι” ή “Θέλω να κάνω τσουλήθρα χωρίς να περιμένω τη σειρά μου”. Τα παιδιά, ως δεινοί εξερευνητές, έχουν την παρόρμηση να εξερευνούν τα σωματικά τους όρια, αλλά και τα όρια των δικών μας αντιδράσεων σε αυτά.

Πόσο συχνά ανταποκρινόμαστε με ειλικρίνεια, σε αυτά τα ερωτήματα χωρίς να βάλουμε μέσα το “πρέπει”, “δεν είναι σωστό”, και όλες τις κοινωνικές εκείνες συμβάσεις που τα παιδιά δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν σε όλα τα αναπτυξιακά στάδια;

Για τα παιδιά δεν υπάρχουν “τα πρέπει”, που έχουμε ορίσει εμείς οι ενήλικες, μεταξύ μας.

Οι κανόνες, τα όρια, οι κοινωνικές συμβάσεις, όλα αυτά γίνονται κατανοητά και σεβαστά σε μεγαλύτερη από αυτή που θα θέλαμε ηλικία. Ιδανικά θα θέλαμε τα παιδιά να κατανοούν και να σέβονται τα όρια που τους θέτουμε, και όχι να τους τα επιβάλλουμε εξουσιαστικά ή – ακόμα χειρότερα- εκφοβιστικά.  Γνωρίζουμε, ακόμα, ότι υπάρχουν οι κοινωνικές συμβάσεις της ευγένειας, που είναι σχεδόν καθολικοί, παρ’ όλα αυτά η πραγματικότητα που βιώνει ένα παιδί μέσα από τον όρο αλήθεια χτίζεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, στην αλήθεια του παιδιού και στην αλήθεια τη δική μας.

Επομένως, κάθε φορά που θέλουμε να “εκπαιδεύσουμε το παιδί μας σε κάποιον κανόνα/ κοινωνική σύμβαση ή να θέσουμε ένα δικό μας προσωπικό όριο”, πχ “θα ανέβουμε στην τσουλήθρα περιμένοντας τη σειρά μας” ή “δε θα φας και τρίτο γλυκό” θα ήταν πιο βοηθητικό αντί για το “δεν πρέπει” ή “δεν είναι σωστό” να απαντήσουμε με ένα ειλικρινές “Δεν θέλω”.

“Δεν θέλω να ανέβουμε χωρίς να περιμένουμε τη σειρά μας, γιατί θα στεναχωρήσουμε/δε θα σεβαστούμε το παιδάκι που είναι πριν από εμάς, θέλεις να το περιμένουμε ή να πάμε στις κούνιες που είναι άδειες;”. “Δε θέλω να φας τρίτο γλυκό γιατί έχει ζάχαρη, έχεις φάει ήδη αρκετή. Η ζάχαρη δεν είναι υγιεινή και χαλάει τα δόντια σου. Θες να φας μία μπανάνα ή ένα άλλο φρούτο;”

Στα παραδείγματα προσπαθώ να περιγράψω το εξής: Τα παιδιά που μεγαλώνουν με όρους εμπιστοσύνης είναι εντάξει με το να τα σταματήσουμε από κάτι που επιθυμούν παρορμητικά αρκεί να τα βοηθήσουμε με τους εξής τρόπους: Τους δίνουμε πληροφορία με λογικά και υπαρκτά επιχειρήματα σχετικά με το “δε θέλω” μας, ανάλογη με τη λεκτική επικοινωνία τους και το αναπτυξιακό τους στάδιο και τους προσφέρουμε μία άλλη ή, ακόμα καλύτερα, δύο επιλογές, για να επιλέξουν τα ίδια.

Όταν τους δίνουμε τη δυνατότητα να επιλέξουν, τους περνάμε το μήνυμα ότι αποφασίζουμε μαζί. Το “Δε θέλω” είναι ειλικρινές και βοηθάει πάντα στο να γίνει κατανοητό ότι πρόκειται για τη δική μας  αλήθεια, αυτή του γονιού, που παίρνει πάνω του και την ευθύνη της ανατροφής. Όσο ακολουθούμε το δρόμο του σεβασμού, τόσο καλλιεργούμε τη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, κάτι που μπορεί να αντιληφθεί και το ίδιο το παιδί. Γιατί κάθε παιδί έχει πρωτογενώς την ανάγκη να νιώθει ασφάλεια, δίπλα σε έναν γονιό που εκφράζει με ειλικρίνεια τη γονεϊκή του ευθύνη.

Τα παιδιά δημιουργούν σχέσεις και συμπεριφορές βασισμένες στο πρότυπο του γονέα

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σκεφθούμε και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό. Το “δε θέλω”, δεν αρκεί. Γιατί τα παιδιά, μακροπρόθεσμα, μαθαίνουν να δημιουργούν σχέσεις και συμπεριφορές βασισμένες στο πρότυπο του γονέα. Επομένως, δεν αρκεί να εκφράζουμε λεκτικά τα όριά μας, αλλά να εμπνέουμε ό,τι θέλουμε να δώσουμε σαν αξία στο παιδί, με το δικό μας πρότυπο συμπεριφοράς.

Για παράδειγμα είναι εντελώς ανούσιο να περιμένουμε από το παιδί μας να μην χρησιμοποιεί το κινητό ή το tablet, με όποιο τρόπο κι αν του το εκφράσουμε, αν μας βλέπει όλη μέρα να το χρησιμοποιούμε εμείς. Και φυσικά αυτό έχει προέκταση και στα σχεσιακά μας πρότυπα, ως προς τον σεβασμό και την ευγένεια που δείχνουμε στους άλλους, είτε στο σύντροφό μας είτε στους αγνώστους που συναντάμε στην παιδική χαρά.

Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια γνωρίζουμε ότι μπορεί να φέρει δυσάρεστα συναισθήματα και στα παιδιά αισθήματα ματαίωσης. Καμιά φορά σκεφτόμαστε ότι οι ενήλικες δεν μπορούν να διαχειριστούν την αλήθεια και συγκρούονται εξαιτίας της, πως θα διαχειριστούμε τη ματαίωση του παιδιού όταν θα θέλει να κάνει κάτι και εμείς με ένα απλό “δε θέλω” θα του το απαγορεύσουμε; Εγώ θα απαντούσα: όπως σε κάθε ματαίωση του παιδιού. Με το να είμαστε παρόντες, να το ακούμε, να είμαστε εκεί.

Αν υπάρξει έκρηξη θυμού, σεβόμαστε και ακούμε το συναίσθημά του και όταν το παιδί ηρεμήσει μπορούμε να δημιουργήσουμε ερωτήσεις πάνω στο βίωμα που το παιδί ήθελε να ζήσει. Κάνουμε ερωτήσεις σχετικές με το βίωμα και τη ματαίωση του παιδιού με στόχο την επαφή και την επικοινωνία μαζί του. “Ήθελες να πάμε στο πάρκο και να παίξουμε ε; Δεν ήθελα να πάμε γιατί έβρεχε. Τι θα έκανες αν πηγαίναμε; Γιατί σου αρέσει πιο πολύ να κάνεις κούνια εκεί; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε στο σπίτι που να σε διασκεδάσει τόσο;”

Ο στόχος είναι πάντα η επικοινωνία, η επαφή και η ενεργητική ακρόαση του παιδιού μας.

Ο στόχος είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ μας.

Η συνάντηση της αλήθειας μας, με την αλήθεια του παιδιού είναι αυτή που θα δημιουργήσει γερά θεμέλια στη σχέση μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο