Τι είναι ο ασφαλής δεσμός

Τι είναι ο ασφαλής δεσμός;

Ο ασφαλής δεσμός τείνει να γίνεται όλο και πιο γνωστός σαν όρος.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε για αυτόν μιας και όλη η φιλοσοφία του Attachment Parenting βασίζεται στον όρο ασφαλής δεσμός. Οι απορίες που συνήθως έχουν οι μητέρες ως προς τον ασφαλή δεσμό είναι:

  • Πως δημιουργείται;
  • Είναι κάτι που μένει σταθερό ή αλλάζει;
  • Εάν θηλάζω και κάνω συγκοίμηση μπορώ να είμαι σίγουρη για τον ασφαλή δεσμό με το μωρό μου;

Ως προς το τελευταίο, συχνά δημιουργείται μία σύγχυση μέσα στην οποία ο ασφαλής δεσμός ταυτίζεται με τις πρακτικές του Attachment Parenting (θηλασμός, συγκοίμηση, babywearing κτλ).

O ασφαλής δεσμός δεν προκύπτει από συγκεκριμένες πρακτικές

Υποβοηθιέται από αυτές, αλλά στην ουσία αφορά μία δυναμική σχέση, που ξεκινάει από την πρώτη επαφή με το μωρό μας, δημιουργεί μία βάση στο τέλος της βρεφικής ηλικίας (2 έτη), αλλά μπορεί και να αλλάξει στην πορεία του χρόνου.

Τα βρέφη είναι πλάσματα πλήρως εξαρτημένα. Χωρίς τον ενήλικα γονιό είναι αδύνατο να επιβιώσουν, τόσο σωματικά, όσο και ψυχολογικά. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό έχει να κάνει με την εξελικτική μας καταγωγή, γιατί για την επιβίωση ενός βρέφους ήταν σημαντικό να προσκολληθεί στο σώμα της μητέρας ώστε να διαφύγει πιθανούς κινδύνους (όπως τα άγρια ζώα ή τα στοιχεία της φύσης). Αυτό εξηγεί και το λόγο που τα βρέφη έχουν ανάγκη να βρίσκονται πάνω στο σώμα της μητέρας, και να θηλάζουν πολλές ώρες μέσα στη μέρα.

Τα βρέφη, αν και διαθέτουν εκ γενετής δυνατότητες συναισθηματικής αυτορύθμισης (με τη μορφή των αντανακλαστικών)[1], δεν έχουν στην πραγματικότητα την ικανότητα να παρηγορήσουν τον εαυτό τους. Δεν μπορούν να αισθανθούν από μόνα τους ασφαλή ή να καταστείλουν το στρες κάθε φορά που έχουν μία ανάγκη (φαγητό, αγκαλιά και χάδι, ύπνος, υπερφόρτωση ερεθισμάτων).  Οι ανάγκες τους κάποιες φορές μοιάζουν συγκεχυμένες (π.χ. μπορεί να υπάρχει πείνα αλλά και ανάγκη για αγκαλιά). Εξαρτώνται πλήρως από τον γονιό ή τον άνθρωπο που τα φροντίζει[2].

Το βρέφος επικοινωνεί τις ανάγκες του μέσα από το κλάμα

Το κλάμα όμως, διαφοροποιείται ανάλογα με την ανάγκη του βρέφους. Είναι πιθανό επίσης, το βρέφος να μας έχει δείξει την ανάγκη του, με ήχους ή κινήσεις, πριν περάσει στο κλάμα. Καμιά φορά το κλάμα μπορεί να είναι ένα επόμενο στάδιο υψηλού στρες. Ιδανικά, η μητέρα γίνεται παρατηρητική, και αντιλαμβάνεται αυτά τα σημάδια εγκαίρως,πριν φθάσουν να γίνουν κλάμα.

Όντας παρατηρητική, η μητέρα γίνεται ενσυναισθητικά ενεργή, ευαίσθητη απέναντι στις εκφράσεις του βρέφους και μπορεί να τις διαφοροποιήσει και να τις καλύψει κατάλληλα.

Η διαφοροποίηση των αναγκών κάνει τη μητέρα αποτελεσματική στη φροντίδα της, και κατά συνέπεια στην ποιότητα του δεσμού με το μωρό της. Η παρατήρηση και διαφοροποίηση των αναγκών είναι επίσης σημαντική γιατί π.χ. δε σημαίνει  ότι κάθε φορά που το μωρό κλαίει αρκεί να του δώσεις τη θηλή για να θηλάσει και να ηρεμήσει. Καμιά φορά ένα μωρό μπορεί να κλαίει και από την υπερφόρτωση των ερεθισμάτων[3] ή επειδή είναι σε υπερένταση και ταυτόχρονα νυστάζει ή απλώς επειδή πονάει. Κάπου εδώ ξεκινάει και η σημασία του ασφαλούς δεσμού.

Συνοπτικά, ο ασφαλής δεσμός ξεκινάει να δημιουργείται με την έγκαιρη και σωστή ανταπόκριση της μητέρας στις ανάγκες του βρέφους, που αργότερα γίνεται η ανταπόκριση στις ανάγκες του νηπίου.

Όλο αυτό όμως δεν είναι τόσο απλό όσο διαβάζεται. Η δεξιότητα της παρατήρησης και της αναγνώρισης των διαφορετικών αιτημάτων του βρέφους, βελτιώνεται και εμβαθύνεται με την εμπειρία και κυρίως με τη θέληση της μητέρας να εμβαθύνει σε αυτήν. Το σίγουρο είναι ότι κάθε φορά που μία μητέρα προσφέρει τη φροντίδα της με αυτό τον τρόπο, δυναμώνει το δεσμό με το μωρό της, και αυτό είναι κάτι που απολαμβάνουν πολύ και οι δύο!

Πως όμως μπορούμε πρακτικά μέσα από την καθημερινή επαφή να συμβάλουμε στην ουσιαστική βελτίωση του δεσμού με το βρέφος ή το νήπιο μας; Ας αρχίσουμε με τη συνειδητοποίηση ότι ο δεσμός μητέρας – βρέφους δεν είναι μόνο φροντίδα αλλά και σχέση.

 

[1] Κάποια παραδείγματα είναι το πιπίλισμα του δαχτύλου ή το αυτο-λίκνισμα. Πρόκειται για αντανακλαστικές αντιδράσεις πρώιμης αυτορρύθμισης.

[2] Τυπικά ο βασικός φροντιστής κάθε βρέφους είναι η μητέρα του, όμως ουσιαστικά μπορεί να είναι και οποιοσδήποτε άλλος, ο πατέρας, η γιαγιά ή η νταντά. Το μόνο βασικό είναι κατά τον πρώτο χρόνο να είναι ένας και να μην αλλάζει το βρέφος από τον έναν φροντιστή στον άλλον. Αυτό γιατί η αλλαγή φροντιστών δημιουργεί σύγχυση στην προβλεψιμότητα (=σταθερότητα) που έχει ανάγκη το βρέφος. Στο κείμενο ο βασικός φροντιστής αναφέρεται κυρίως ως μητέρα, αλλά και ως γονιός.

[3] Η υπερφόρτωση των ερεθισμάτων είναι κάτι που αναφέρω και παραπάνω. Είναι συνήθως κάτι άγνωστο στις νέες μητέρες και μπορεί να γίνεται κατανοητές από αυτές ως “αναίτιο κλάμα”. Συμβαίνει συνήθως στις απογευματινές ώρες ή σε μέρη όπου το βρέφος εισπράττει πολλά ερεθίσματα (έντονους και πολλούς ήχους ή βουή, πολύς κόσμος), συνήθως σε κάποιο εξωτερικό περιβάλλον.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο